Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

GRIZZLY BEAR - PAINTED RUINS


Οι Grizzly Bear συνεχίζουν την σταθερή και μοναχική τους πορεία στους καλύτερους δίσκους της εκάστοτε χρονιάς που θα κυκλοφορήσουν νέο δίσκο και που κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να τον ακούσει προσεκτικά. Ή που, όπως ο γραφών, ακούει επανειλημμένα όταν κυκλοφορούν και μετά τους καταχωνιάζει στις αποθήκες των σκληρών δίσκων. Κάτι που εύχεται να μην ξανασυμβεί γιατί κάθε φορά που τους ακούει, στήνει αυτί και συγκεντρώνεται, δηλαδή πραγματικά ακούει, δεν παρασύρεται από άλλους θορύβους ή εικόνες του περιβάλλοντος. Γι'αυτό ίσως είναι δύσκολο να ακούσεις ολόκληρο δίσκο τους, επειδή πρέπει να είσαι εντελώς απερίσπαστος από άλλες επιδράσεις. Τότε θα εισχωρήσει πιο εύκολα μέσα σου η στεντόρεια φωνή του Damien Rossen, χάλκινη λες και βγαίνει από αθάνατο στοιχείο της φύσης, στέρεο, βαλσαμωμένο να ηχεί καταπραϋντικά μέσα σε ξύλινο ημισκότεινο σαλόνι. Τότε θα καταλάβεις ότι δεν ακούς τα οποιαδήποτε τύμπανα αλλά εκείνα ενός βιρτουόζου Cristopher Bear. Τότε θα κάνεις υπομονή μέχρι να ακούσεις τις μικρές αλλά τόσο ουσιώδεις εκπλήξεις που κρύβουν τα κομμάτια του Painted Ruins έως το τέλος τους. Τότε θα αφήσεις να σε χαϊδέψουν οι παράξενες μελωδίες τους, άλλοτε μοντερνίστικες άλλοτε κλασικότροπες, πάντα όμως εκλεκτικές. Τότε ίσως παραδεχτείς ότι δεν έχεις πλέον τόση μεγάλη ανάγκη ακόμα και αυτούς τους Radiohead για να σου εκμυστηρευτούν τις νωχελικές ιστορίες τους, μιας και εδώ έχεις άξιους συνεχιστές που ξέρουν να δουλεύουν σε πολλά εκφραστικά επίπεδα (συν το programming που στο Painted Ruins φανερώνει αρετές ανάλογες εκείνων των τελευταίων δίσκων των προαναφερθέντων).

Indie rock οι Grizzly Bear αλλά αυτό είναι πολύ λίγο για να περιγράψει τον μινιμαλιστικό και συνάμα πλούσια αρτιστικό ήχο τους. Μπορεί να θυμίζουν από 70s art rock τύπου Barclay James Harvest και Moody Blues, να διασχίζουν το μοντέρνο ροκ και να φτάσουν μέχρι την ήπια electronica. Και ενώ απολαμβάνουν θαυμασμού, αν ρωτήσεις κάποιον να σου πει μερικά σπουδαία κομμάτια τους θα μείνεις μάλλον με ελλιπή απάντηση. Και τούτο διότι οι Grizzly Bear περισσότερο κυκλοφορούν ολόκληρα άλμπουμ παρά μεμονωμένα τραγούδια και έτσι τους λείπει ένα στοιχείο που θα τους έκανε αναγνωρίσιμους σε ένα ευρύτερο κοινό, αυτό που λέμε το μεγάλο κομμάτι τους (ανάλογο πράγμα βέβαια συμβαίνει με πολλές μπάντες της τελευταίας δεκαετίας). Ένας άλλος λόγος είναι ότι ποτέ δεν φωνάζουν, ποτέ δεν κράζουν, είναι ήπιοι ακόμα και στις πιο δυνατές στιγμές τους, εν μέρει επειδή δεν χρησιμοποιούν τις κιθάρες στα έμπροσθεν αλλά ένα σύνολο πλήκτρων και εγχόρδων με ιδιαίτερη έμφαση στα εξαιρετικά τύμπανα του Cristopher Bear και τα διπλά φωνητικά των Edward Droste και Damien Rossen.
Άκου π.χ. την κορύφωση του Four Cypresses ή την περιδίνηση στο Aquarian (αμφότερα από τα πιο εντυπωσιακά κομμάτια του Painted Ruins ). Όπως και αλλού στο άλμπουμ (Glass Hillside,Three Rings) οι εντάσεις είναι καθόλα υπαρκτές αλλά συγκρατημένες και άρρηκτα δεμένες με την αποσυμπίεση που έπεται στη συνέχεια. Και που εδώ μέσα αναδεικνύεται στο γερό χαρτί της υπόθεσης αλλά μόνο για εκείνους που θα έχουν την υπομονή να δουν που καταλήγουν τα πράγματα. Υπάρχουν βέβαια και οι στρωτές ποπ στιγμές όπως το Mourning Sound, που ακολουθείται το απλό σχήμα κουπλέ-ρεφραίν, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει τόσο όσο ανάλογα singles του παρελθόντος ( όπως π.χ. τα Yet Again και Two weeks). 

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο programming που εμφανίζεται σε αρκετά κομμάτια, κάνοντας πιο ηλεκτρονικό τον ήχο σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους της μπάντας και που πετυχαίνει να αναδείξει την αποστολή του Painted Ruins. Που με λίγα λόγια είναι να πάρει χαλάσματα, να δημιουργήσει μορφές και μετά να τις ζωγραφίσει ώστε να βγει αυτό το αγέρωχο συνονθύλευμα μελωδιών και ηχοχρωμάτων.

Οι Grizzly Bear παράγουν τέχνη, είναι σύγχρονοι μάστορες των στούντιο χωρίς ο ήχος τους να ακούγεται πλαστός και άψυχος. Στο Painted Ruins δεν κουράζουν με μακροσκελείς συνθέσεις και αγγίζουν ευαίσθητες χορδές με ιδιαίτερο τρόπο. Και πάλι για λίγους και πάλι υψηλής αισθητικής.

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Wolf Alice – Visions of a Life

Έτυχε τις προάλλες να βλέπω κάποια βιντεάκια από live εμφανίσεις του γνωστού αμερικανού κιθαρίστα και συνθέτη Ry Cooder. O ίδιος πλαισιωμένος από ένα σύνολο σπουδαίων μουσικών πετύχαινε να εκτελέσει και να μεταδώσει τις συναισθηματικές καταστάσεις που η μουσική του μπορεί να δημιουργήσει. Αγάπη, πόνος, φτώχεια, ερημιά, γλυκύτητα, αδερφοσύνη, στωικότητα, εγκαρτέρηση, μερικά από αυτά. Αυτές τις σκέψεις όμως τις έκανα αργότερα την ίδια μέρα όταν έτυχε να ακούσω ολόκληρο το δεύτερο δίσκο των βρετανών indie rockers Wolf Alice. Θα μου πείτε τι κοινό έχουν οι δύο περιπτώσεις; Μα αν καλή μουσική είναι και εκείνη που μετουσιώνει συναισθήματα σε ήχους, τότε οι Wolf Alice καταφέρνουν να κάνουν το ανάλογο με τον Ry Cooder και τόσους άλλους. Να χρησιμοποιήσουν το rockn roll για να εκφράσουν όλα αυτά που έχουν μέσα τους και μόνο αυτή η μουσική μπορεί να βοηθήσει σε αυτό. Θυμός, φόβος, απόρριψη, διασκέδαση, σεξουαλική ένταση, αγωνία και πανικός, απόδραση και ονειρική αναπόληση, ψυχική κάθαρση,  επικοινωνούνται με τον πιο πειστικό τρόπο στο Visions of a Life.
Τετραμελής μπάντα οι Wolf Alice από τις πρώτες τους κυκλοφορίες ήδη πριν μερικά χρόνια κέρδισαν την συμπάθεια κοινού και μουσικοκριτικών. Με τον πρώτο τους δίσκο My Love is Cool το 2015 απέκτησαν πολλούς φίλους καθώς και διάφορες βραβεύσεις κυρίως λόγω των καταιγιστικών ζωντανών εμφανίσεών τους. Φέτος με το Visions of A Life κάνουν ένα βήμα παραπέρα, παραδίδοντας ένα πολυσυλλεκτικό χαρμάνι από πολλές γεύσεις rockn roll, θεωρούμενοι ήδη μία από τις καλύτερες νέες βρετανικές μπάντες. Μεγάλο ατού τους η παρουσία της μπροστάρισας Ellie Roswell που τραγουδάει και παίζει κιθάρα σε όλα τα τραγούδια. Είναι το πάθος και η εκφραστικότητα της, άλλοτε επιθετική και άλλοτε μελωδική και ευαίσθητη, που δίνει αυτή την συναισθηματική πειστικότητα για την οποία έγινε λόγος παραπάνω.  
Τα περιοδικά δεν προλαβαίνουν να βάζουν ταμπέλες στον ήχο των Wolf Alice. Και πράγματι κάθε κομμάτι του δίσκου έχει και διαφορετικό ύφος. Ξεκινώντας από το τέταρτο στη σειρά single Heavenward, εδώ ακούμε shoegaze pop στα καλύτερά της. Cranes, Hearthoabs, Slowdive παρελαύνουν σε μία ιδανική εισαγωγή. Παραδεισένια ατμόσφαιρα και ονειρικά φωνητικά πάνω σε μία όμορφη μελωδική γραμμή και με σχεδόν θρησκευτικούς (με την ευχαριστήρια έννοια) στίχους, όλα μαζί φτιάχνουν ένα κομμάτι που θα μνημονεύεται για πολλά χρόνια από τους οπαδούς του είδους. Στο δεύτερο κομμάτι και πρώτο single Yuk Foo επιστρατεύεται μπόλικη οργή και δημιουργεί έναν grunge θρίαμβο εφάμιλλο εκείνων που έβγαζαν οι Hole στα 90s. Προχωρώντας στο επόμενο single Beautiful Unconventional το ύφος αλλάζει και γίνεται πιο πιασάρικο και ποπ, κάπου ανάμεσα σε Alison Mosshart και Duffy. Πρόκειται για την πιο ραδιοφωνική στιγμή του άλμπουμ που σε άλλες εποχές θα γινόταν super hit. Μαζί με το τέταρτο στη σειρά (και αυτό single) Dont Delete the Kisses , όπου η Cyndi Lauper συναντά τους Ladytron σε μία γλυκύτατη electro pop ελεγεία στους ανεκπλήρωτες έρωτες μιας αιώνιας εφηβείας. 
Η συνέχεια είναι το ίδιο συναρπαστική αφού το ερμηνευτικό και εκτελεστικό ύφος εναλλάσσεται από τραγούδι σε τραγούδι. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς; Tο ονειρικό ποπ διαμάντι Planet Hunter, το αγχωτικό αλλά λυτρωτικό Sky Musings με την φοβερή κλιμάκωση (αμφότερα εκδηλώνουν την υπαρξιακή αγωνία των 20 something, ηλικία στην οποία βρίσκονται τα μέλη των Wolf Alice), το γκαραζοψυχεδελικό Formidalble Cool όπου οι άτιμοι προκειμένου να είναι cool ξεπατικώνουν τόσο επιτυχημένα ακόμα και τους Thee Oh Sees; Ή το Space and Time που ακούγεται σαν ένας χαμένος indie garage θρίαμβος από τους πρώτους δίσκους των Yeah Yeah Yeahs , τα Sad Boy και St. Purple and Green που θα μπορούσαν να βρίσκονται στους καλύτερους δίσκους της Liz Phair  και το After the Zero Hour όπου η Roswell σαν άλλη Kristin Hersh μας παραδίδει μία αιθέρια φολκ μπαλάντα για το κλείσιμο; 
Ότι και να διαλέξει κανείς θα πέσει πάνω σε αφοπλιστικά άμεσες μελωδίες και στιχουργικές εκμυστηρεύσεις γεμάτες ένταση και αγωνία, όπως γινόταν συχνά με τους σπουδαίους indie rock δίσκους που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του 90 κυρίως. Όχι ότι οι Wolf Alice τους κρατάνε σαν ευαγγέλια και θέλουν να τους αναπαράγουν με θρησκευτικό ζήλο. Η πολυσυλλεκτικότητα των ακουσμάτων πιστοποιεί την απουσία οποιονδήποτε παρωπίδων στο πως πρέπει να ακούγεται το indie rock που παίζουν. Σε μία συγκυρία επίσης όπου πολλές παλαιότερες indie rock μπάντες επιστρέφουν μετά από απουσία δεκαετιών, καιρός να αντιστραφεί η ρότα. Είναι οι νέες μπάντες σαν τους Wolf Alice που βάζουν ψηλά την μπάρα για το πώς πρέπει να ακούγεται σήμερα ένας καλός δίσκος και όχι μόνο οι παλαίμαχοι. Έτσι ίσως έχουμε την ευκαιρία να ξαναγευτούμε μαγικές στιγμές της ροκ μουσικής. 




Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

THE HORRORS - V


THE HORRORS - V
Προσπέρασα στα γρήγορα τους Horrors του Strange House στα 2007 ως άλλη μία garage punk μπάντα από τις πολλές που έβγαιναν ακόμα εκείνη την περίοδο στην Μεγάλη Βρετανία. Καραγουστάρισα  τους Horrors του Primary Colors δύο χρόνια αργότερα, ως μία εντυπωσιακή επάνοδο του goth rock. Ψιλοξενέρωσα δύο χρόνια μετά αφού το Skying μου ακούστηκε άχρωμο και αδύναμο σε σχέση με τον προκάτοχό του. Γι’ αυτό το λόγο απόφυγα την επαφή με το Luminous το 2014 όσο και αν τα διεθνή μέσα συνέχιζαν να τους σπρώχνουν. Στο Plissken 2015 τους αντιπάθησα κανονικά αφού δεν ακούγονταν καθόλου στα καλά τους (νταξ, στο άλλο stage θα έπαιζαν οι Trail of Dead οπότε και να τους συμπαθούσα δε θα έκανε μεγάλη διαφορά εκείνη τη νύχτα). Φτάνει λοιπόν το 2017 και το V, το πέμπτο άλμπουμ των Horrors, ήδη να θεωρείται από μερικούς κριτικούς δίσκος της χρονιάς για τη Μεγάλη Βρετανία. Αναρωτιέμαι αν είμαστε στα καλά μας και τολμώ την ακρόαση, η οποία εν πρώτης όψεως όντως φαίνεται ενδιαφέρουσα. Στη συνέχεια, τη δεύτερη φορά, αρχίζεις και ξεχωρίζεις ωραίες μελωδίες και ήχους από δω και από κει και από την τρίτη και μετά τα τραγούδια αρχίζουν να σχηματίζονται, να αποκτούν αυθύπαρκτη υπόσταση και σιγά σιγά να κατακτούν έναν όχι και τόσο μικρό χώρο μέσα σου. 
Σίγουρα το hype σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σε παραπλανήσει. Ακούς τη μεγάλη παραγωγή του Paul Epworth και τα dance στοιχεία και αναρωτιέσαι αν πρόκειται περί μιας ωραίας πελώριας φούσκας εντυπωσιασμού, γεμάτης σοφιστικέ ηλεκτρονικά τεχνάσματα που είναι προορισμένη να σκάσει στα μούτρα μιας νεολαίας απεγνωσμένης για γρήγορη κατανάλωση και εύκολο εντυπωσιασμό (βλέπε Coldplay, Killers, κλπ.). Αν αφήσουμε όμως το οποιοδήποτε hype στην άκρη, όπως και τις προκαταλήψεις μας σχετικά με το τι ακούσαμε από τους Horrors μέχρι σήμερα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι πετυχαίνουν κάτι αρκετά δύσκολο στις μέρες μας. Και τούτο είναι να ακούγονται προσιτοί , μοντέρνοι και χορευτικοί από τη μία και μυστηριακοί, ευφάνταστοι και ευαίσθητοι από την άλλη. 
Εκείνο που κάνει το V έναν πολύ καλό δίσκο για τους Horrors είναι ότι συνδυάζουν ότι έχουν κάνει στο παρελθόν (εκτός από το garage), παραδίδοντας ταυτόχρονα και ένα σύνολο ωραίων τραγουδιών, κάτι που έλειπε από τους δύο προκατόχους του, αλλά και από την σύγχρονη βρετανική σκηνή γενικότερα. Ατμοσφαιρικές ενορχηστρώσεις, χορευτικός ρυθμός, αιθέριες αιωρήσεις, βιομηχανικά ξεσπάσματα, εκκωφαντικά σύνθια, όλα αυτά πλέκονται γύρω από καλοδουλεμένα κουπλέ και ρεφραίν, ώστε να καταλήγουν σε ολοκληρωμένα ποπ τραγούδια που δεν ξεκολλάνε εύκολα  από το μυαλό σου.
Ξεκινώντας από το πρώτο single Machine, με τις χειμαρρώδεις glam goth γραμμές  και συνεχίζοντας στο shoegaze-ζον World Below με τους industrial παροξυσμούς να οδηγούν στο λυτρωτικό ρεφραίν διαμέσου αμέτρητων μπλιμπλικιών, έχουμε τις πιο ροκ στιγμές του V. Αργόσυρτα έπη που εκρήγνυνται σε ηφαίστεια συνθιών σαν το εναρκτήριο Hollogram, το Ghost και την σπαρακτική μπαλάντα Weighed Down αποτελούν τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές. Στο Press Enter to Exit και το Gathering ακούμε κλασική βρετανική ποπ γραφή, από μαζικό Ian Brown  μέχρι προσιτούς Porcupine Tree. Και τέλος στο Point of No Entry και το Something To Remember Me By αποθεώνονται τα dancefloors και εμπλουτίζονται τα βρετανικά charts αλλά και οι καθημερινές μας συναντήσεις με ωραία τραγούδια για να γιορτάζουμε το παρόν και να μνημονεύουμε στο μέλλον.
Και εν τέλει αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του πέμπτου άλμπουμ των The Horrors. Ότι είναι ένας δίσκος που τον ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς βαρεμάρα, τραγουδώντας τα ρεφραίν του και επανακτώντας την πίστη σου στο ότι το μαζικό ροκ μπορεί ακόμα να είναι και ποιοτικό.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

RIDE – WEATHER DIARIES

Eπιστροφή φέτος για τους Ride, ένα από τα εμβληματικότερα γκρουπ της βρετανικής κιθαριστικής μουσικής της δεκαετίας του 90, που μετά τους My Bloody Valentine προ 4 ετών και τους Slowdive φέτος (αν θέλετε συμπεριλαμβάνετε και τους The Jesus and Mary Chain) σηματοδοτεί το comeback της εμπροσθοφυλακής του shoegaze ιδιώματος, που με τη σειρά του τα τελευταία χρόνια γνωρίζει νέα άνθηση στον ανεξάρτητο ήχο. Είναι αλήθεια ότι οι τελευταίου δίσκοι των MBV και Slowdive έθεσαν ψηλά τον πήχη όσον αφορά τις προσδοκίες για το νέο πόνημα των Ride που τιτλοφορείται Weather Diaries. Υπάρχει ωστόσο μια τάση να συγκρίνει κανείς τη δουλειά μιας παλιάς μπάντας που επιστρέφει δυναμικά όχι με το τι έκανε στο παρελθόν αλλά με το πώς ακούγεται σήμερα με αντικειμενικό κριτήριο εν προκειμένου το πόσο θορυβώδες, ομιχλώδες και ζοφερό είναι το shoegaze που παράγει. Λες και οι Ride υπήρξαν ποτέ ένα αμιγώς shoegaze σχήμα.


Πιότερο ήταν μία καθαρόαιμη κιθαριστική indie rock μπάντα που στα μέσα των 90ς έπεσε στην παγίδα της brit pop και έφαγε τα μούτρα της. Οι κρυστάλλινες κιθαριές που χαρακτήρισαν κυρίως τους πρώτους δύο δίσκους τους πάντα υπηρετούσαν τη μελωδικότητα, ποτέ δεν επισκίαζαν τις καθάριες φωνές των Andy Bell  και Mark Gardener ποτέ σπάνια χάνονταν πίσω από ζοφερές ψυχεδελικές ατμόσφαιρες για να τις ονομάσουμε shoegaze και να ξεμπερδέψουμε μια και καλή. Γι’ αυτό το λόγο, όπως οι προαναφερθείσες μπάντες τιμούν αυτό που ξέρουν καλά να κάνουν, έτσι και οι Ride ξαναπιάνουν το νήμα της δισκογραφίας και μας προσφέρουν ένα δίσκο σαφώς ανώτερο από τους δύο τελευταίους που κυκλοφόρησαν στα μέσα των 90ς πριν και διαλυθούν.

Οι καιροί άλλαξαν και οι δύο ιθύνοντες της μπάντας ωρίμασαν πια για να τσακώνονται ποιανού τα τραγούδια θα μπουν στο δίσκο και με ποια σειρά. Έρχονται και αυτοί για να επιβεβαιώσουν πολλάκις το γεγονός ότι οι παλιές μπάντες επιστρέφουν όχι μόνο για να βγάλουν φράγκα τώρα που τελείωσαν εκείνα που έβγαλαν τις καλές μέρες αλλά γιατί έχουν κάτι καινούριο να μας πουν. Μας παραδίδουν λοιπόν ένα σύνολο τραγουδιών που χωρίς να επιδιώκουν όλα να σου χαράξουν χαμόγελο χαράς και ενθουσιασμού στο πρόσωπο, αποτελούν στην πλειοψηφία τους ένα πολύ καλό συναπάντημα. 

Τα δύο πρώτα singles που μας συστήθηκαν (All I Want, Charm Assault) δεν δημιούργησαν τον ενθουσιασμό που οι ζωντανές εμφανίσεις των Ride υπόσχονταν, θυμίζοντας παλιούς The Who αλλά και νεότερες μπάντες όπως οι Diiv, (με τους οποίους μάλιστα πραγματοποίησαν κοινές εμφανίσεις) και γι’αυτό ίσως ξένισαν κάποιους hipster shoegazers που ίσως περίμεναν κάτι πιο ομιχλώδες και βελούδινο. Παρόλα αυτά σαν συνθέσεις στέκονται αξιοπρεπώς στις brit rock προδιαγραφές της μπάντας και μαζί με το εναρκτήριο Lannoy Point και το Lateral Alice αποτελούν τις πιο στρωτές και ευθείς συνθέσεις του Weather Diaries. Πιο κοντά στο αιθέριο και ονειρικό ύφος έρχεται το Cali που είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν γράψει ποτέ οι Ride. Με διάρκεια κοντά στα 7 λεπτά υπηρετεί άψογα αυτό που τους έκανε ξεχωριστούς στο παρελθόν, κρυστάλλινα διπλά φωνητικά, σφριγηλός ρυθμός και παραισθησιογόνες κιθαριστικές κορυφώσεις για το τελείωμα.  Οι Pink Floyd έχουν την τιμητική τους στο Home is a Feeling (προσωπικό αγαπημένο) όπου αργόσυρτα παγωμένα beats συναντούν αιθέρια φωνητικά πάνω σε μία απλούστατη αλλά πανέμορφη ταξιδιάρικη μελωδία. Το Rocket Silver Symphony ξεχωρίζει επίσης με το γρήγορο και άκοπο κουπλέ του να οδηγεί αβίαστα σε ένα γηπεδικό ρεφραίν. Θα μπορούσε να είναι άλλος brit pop ύμνος από τους πολλούς που έβγαιναν 20 χρόνια πριν αλλά σήμερα ψάχνουμε με κόπο στα βρετανικά charts να βρούμε ένα-δυό της προκοπής. Στα υπόλοιπα του Weather Diaries θα συναντήσουμε και υποτονικές σχετικά στιγμές, όπως τα Impermanence και White Sands που κλείνουν το άλμπουμ, που ανάλογα με τις διαθέσεις είτε θα τα βαρεθείς είτε θα σε ξεκουράσουν ευχάριστα μετά από το ντελίριο του Kali.

Έτσι η επιστροφή των Ride, χωρίς να αποτελεί ένα μέγιστο γεγονός, έχει την ομορφιά της. Οι οπαδοί τους και γενικά οι φίλοι των βρετανικών 90s θα βρουν αρκετές στιγμές να αγαλλιάσουν. Oι die hard shoegazers θα πάρουν μαζί τους 2-3 κομμάτια και από κει και πέρα όλοι ζούνε με την ελπίδα να τους δούμε ζωντανά και στη χώρα μας. Αμήν και πότε!


Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

GRANDADDY - LAST PLACE


Επιστροφή φέτος για μία αμερικάνικη μπάντα που σημάδεψε τον εναλλακτικό ροκ ήχο των προηγούμενων 2 δεκαετιών. Ο λόγος για τους Grandaddy που στους νεότερους που παρακολουθούν τη διεθνή εναλλακτική σκηνή ίσως και να μη λένε τίποτα. Εκείνοι όμως που μεγάλωσαν στα 90s και άκουσαν το The Crystal Lake όταν η μπάντα ήταν το next big thing του αμερικανικού indie rock τρέφουν ιδιαίτερη αδυναμία για αυτούς. Τελικά οι Grandaddy δεν έμελε να γίνουν μεγάλοι και τρανοί και μετά από 4 άλμπουμ μεταξύ των ετών 1997 και 2006, αποφάσισαν να το διαλύσουν. Τα τελευταία χρόνια όμως κάποια δύναμη αποφάσισε να βγάλει τον Jason Lytle (βασικό συνθέτη και ιθύνων νου της μπάντας) από τη δίνη του αλκοόλ και των ναρκωτικών για να ξαναπιάσουν όλοι μαζί τα όργανα. Το αποτέλεσμα αυτής της επανασύνδεσης είναι το πέμπτο και αναπάντεχα καλό άλμπουμ των Grandaddy.

Όχι ότι ο Lytle τα είχε παρατήσει στο μεταξύ. Κυκλοφόρησε με το όνομά του δύο δίσκους που έκαναν γενικά καλή εντύπωση και δεν έδωσε κανείς πολύ σημασία στη διάλυση της πρώην μπάντας του. Οι μελωδίες, η ελαφρώς σπαρακτική φωνή και οι αργόσυρτες αλλά γεμάτες ένταση συνθέσεις ήταν εκεί. Χρειαζόταν κανείς συνεπώς τους ξεχασμένους Grandaddy εν έτει 2017; Μα οι ίδιοι οι οπαδοί των Grandaddy που αγαπάνε τόσο τον ταλαιπωρημένο slacker Lytle ώστε να βλέπουν ότι χωρίς την μπάντα του έχανε σε δυναμισμό, αισιοδοξία, εξωστρέφεια, χιούμορ. Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε ότι αντίθετα με εκείνο που προσδοκούσε, η επανασύνδεση λειτούργησε ευεργετικά γι'αυτόν και τη μπάντα.

Έτσι λοιπόν μας παραδίδονται 12 νέες μικρές γλυκόπικρες ιστορίες, από τις πιο συμπαθητικές που μας έχουν προσφέρει οι Grandaddy μέχρι σήμερα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα στον ήχο-σήμα κατατεθέν της μπάντας. Αναλογικά αρμόνια, υπόκωφος θόρυβος, νοσταλγικές μελωδίες, ηλεκτρονικά γεμίσματα και ονειρικές ενορχηστρώσεις δημιουργούν μια χορωδία της οποίας οι συνθέσεις οδηγούν σε συγκινητικές κορυφώσεις. Τα κιθαριστικά ξεσπάσματα του παρελθόντος έχουν καταλαγιάσει ελαφρώς αλλά ποτέ δεν ήταν και αυτοσκοπός γι'αυτούς. Φυσικά το προίκισμα του Lytle να μιλάει για καταστροφές και απογοητεύσεις με την πιο ήπια ειρωνεία που μπορεί να διαθέσει άνθρωπος, είναι και αυτό παρόν. Και γενικά το μοτίβο «οι Pink Floyd εναλλάσσονται με τους Pixies” όχι μόνο λειτουργεί ακόμα αλλά αποδίδει και νέους καρπούς.

Οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του άλμπουμ βρίσκονται στο ξεκίνημα με τα κατά σειρά Way We Won't, Brush with the Wild και Evermore να δίνουν έναν φρέσκο αέρα και να αφήνουν ένα χαμόγελο ικανοποίησης για αυτή την επιστροφή. Αμεσότητα και ωριμότητα χαρακτηρίζουν το The Boat is in the Barn καθώς και την αλά Elliot Smith μπαλάντα Songbird Song. Στα εντυπωσιακά κομμάτια του Last Place συγκαταλέγονται επίσης το εξάλεπτο Α Lost Machine με την κλιμακωτή κορύφωση στο τέλος να θυμίζει όμορφες στιγμές του παρελθόντος (βλέπε Yeah, is what we had), το uptempo Check Injin που δίνει ταχύτητα την κατάλληλη στιγμή και το This is the Part με τη γλυκιά του μελαγχολία.

Τελικά, ακρόαση την ακρόαση διαπιστώνεις ότι κάθε τραγούδι γίνεται κτήμα σου και ότι είχες καιρό να το πάθεις αυτό με έναν indie rock δίσκο με αέρα 90s. Διαπιστώνεις επίσης ότι έχεις μπροστά σου ένα από τους καλύτερους δίσκους των Grandaddy, όχι ότι έβγαλαν και ποτέ μέτριο δίσκο. Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Αφήνεις τις αυστηρές κρίσεις και τις συγκρίσεις, βάζεις το Last Place να παίξει και ταξιδεύεις στα εσωτερικά και εξωτερικά τοπία του εαυτού σου με συμπάθεια, ελαφριά θλίψη και χαμόγελο ικανοποίησης για όλα αυτά που συμβαίνουν εκεί.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Smiths αυτοβιογραφία

Δεν είχε ξημερώσει, έβρεχε και εμείς πηγαίναμε με το αυτοκίνητο. Τα ηχεία έπαιζαν Smiths σε διασκευές, όχι σε αδιάφορη ένταση. Πηγαίναμε όλοι στις δουλειές μας, 40ρηδες πάνω κάτω. Κάπου κάπου σιωπή και από πίσω το Sheila Take A A Bow, όχι από τα αγαπημένα μου κομμάτια τους μέχρι εκείνο το πρωί. Η οδηγός που είχε επιλέξει τη μουσική υπόκρουση συνομιλούσε με τον διπλανό της. Της μιλούσε για όπλα και για πόλεμο. Εκείνη φάνηκε να θέλει να επικεντρωθεί στη μουσική. Όπως εγώ που σκεφτόμουν πόσο καιρό έχω να ακούσω Smiths, πόσα πράγματα που θυμίζουν, τι σημαίνουν για μένα. Όμως πίσω από αυτές τις σκέψεις κάτι άλλο ήθελε να εκφραστεί, να διατυπωθεί, αλλά δυσκολευόταν. «Τα φώτα πολέμου δεν τα βλέπεις από μακριά, είναι έτσι ο μηχανισμός φτιαγμένος ώστε να κοιτάζουν κάτω, όχι μακριά, ίσα για να βλέπεις την επόμενη λακκούβα και να την αποφεύγεις».
Η γλώσσα βιάζεται να το ονομάσει, λέγεται νοσταλγία για το παρελθόν, θλίψη για την απώλειά αυτού, γλυκύτητα για την αναθύμηση της ομορφιάς του. Θυμάμαι εκείνο το παρελθόν, είχε έντονο ναρκισσισμό χορεύοντας το Bigmouth με τεντωμένα χέρια και χοροπηδώντας σε κάθε πόδι ξεχωριστά στο Mosquito, είχε σχολική μοναξιά ακούγοντας σιγανά το μεσημέρι πριν το φροντιστήριο το Girl Afraid για να μην ξυπνήσουν οι δικοί μου, είχε προσμονή για κάτι όμορφο στα απογευματινά φώτα του σαλονιού-δωματίου μου με το There is A light That Never Goes Out, θυμό στο Shakespeare’s Sister, αποκάλυψη μεγαλείου εφάμιλλου του να διαβάζεις τον Ντόριαν Γκρέυ ή τον Όθελλο στο Half A Person και πάει λέγοντας. «Σε κατάσταση εφόδου δεν υπάρχει επιλογή, ή θα εκτελέσεις τον στόχο ή θα σε φάνε, μπαμ, μπαμ, μπαμ και τελείωσες»
Είχε μοναξιά ρε πούστη μου. Μοναξιά και ναρκισσισμό γιατί αυτά τα δύο πολύ ωραία μπορούν να ταιριάξουν όταν είσαι μικρός και τρελαίνεσαι να επικοινωνήσεις με τους άλλους μέσω της μουσικής. Ναι, τότε όλα ήταν αγωνιώδη, η προσμονή δούλευε στο ρελαντί αλλά δεν έβαζε ποτέ πάνω από Τρίτη. Φοβόταν την συντριβή. Έτσι έμενε στη θέαση της ομορφιάς μόνο, ποτέ στο κάψιμο από το άγγιγμά της. Ο φόβος τότε μπορούσε να σε κάνει να αμυνθείς μέσω της συσσώρευσης πολλής μουσικής. Ή αλλιώς άκουγα για να πάρω έμπνευση, να παραμείνω όμορφος και να περιμένω την πριγκιπέσσα που θα με απελευθερώσει από τη μοναξιά. Ο ρομαντισμός στο φουλ. «Έτσι είχε γίνει με τη βύθιση εκείνου του πλοίου. Οι μαλάκες είχαν φώτα πολέμου και οι άλλοι πυροβόλησαν και το βύθισαν. Τσάμπα νεκροί, δε γινόταν αλλιώς όμως».
Ένα πρωί προς τον Πύργο αναλογίζομαι που είναι κρυμμένος, πόσο εκλογισκευμένος, πόσο λιγότερο απειλητικός είναι τώρα πια. Χαίρομαι και δε χαίρομαι. Μεγάλωσα και μαζί και οι μουσικές που επιμένουν να μου λένε ότι κάποτε ονειρεύτηκες, φοβήθηκες, αψήφησες, τόλμησες και έφαγες τα μούτρα σου και πόνεσες και ανασηκώθηκες και έγινες πιο μεγάλος. «Τι αγγλούρια κλαψομούνικα είναι αυτά, εγώ προτιμώ αμερικανιές, country, μπύρες και σεξ».
Όπλα και Smiths. Μέρα και νύχτα, παρόν και παρελθόν, αντιθέσεις, αναπόληση εναντίον επιφυλακής, ονειροπόληση απέναντι στην τρομακτική αλήθεια. Morrissey και Axl Rose. Ποτέ δε μου άρεσαν τα όπλα αλλά ο ναρκισσισμός τους, ο πιο ανώφελος και επικίνδυνος από όλους, κέρδισε. Τότε όμως είχε ξημερώσει τελείως και αυτή η ονειροπόληση έφτανε στο τέλος της σχεδόν.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

10 άλμπουμς από τα 200 καλύτερα των 10 Blogovision μέχρι τώρα

  
1.Arcade Fire – Neon Bible.2007
2.Baby Guru – Marginalia.2014
3.Daft Punk – Random Access Memories.2013
4.Fleet Foxes - Fleet Foxes.2008
5.Last Shadow Puppets - The Age Of Understatement.2008
6.Low – Ones And Sixes.2015
7.MGMT - Oracular Spectacular.2008
8.My Bloody Valentine – MBV.2013
9.Tame Impala – Currents.2015
10.War On Drugs – Lost In The Dream                                                    2014